ἐρετμός

ἐρετ-μός, ,
A rowing, Hdn.Epim. 36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερετμός — ἐρετμός, ὁ (AM) [ερέτης] 1. το κουπί 2. η κωπηλασία …   Dictionary of Greek

  • ἐρετμός — rowing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοί — ἐρετμός rowing masc nom/voc pl ἐρετμόω furnish with oars pres subj mp 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres ind mp 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμούς — ἐρετμός rowing masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Riemen, der — Der Riemen, des s, plur. ut nom. sing. im gemeinen Leben auch häufig, der Riem, des ens, plur. die en; ein Wort, welches überhaupt eine Ausdehnung nach allen Seiten, besonders aber nach der Länge bedeutet. 1. * Eine Ausdehnung nach allen Seiten;… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • πεντεκαιδεκέρετμος — ον, Α (για πλοίο) αυτός που έχει δεκαπέντε κουπιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντεκαίδεκα «δεκαπέντε» + ἐρετμόν «κουπί» (πρβλ. πεντηκοντ έρετμος)] …   Dictionary of Greek

  • πεντηκοντέρετμος — ον, Α (για πλοία) αυτός που έχει πενήντα κουπιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντήκοντα + ἐρετμόν «κουπί» (πρβλ. πεντεκαιδεκ έρετμος)] …   Dictionary of Greek

  • φιλήρετμος — ον, Α (κυρίως για τους Φαίακες) αυτός που αγαπά τα κουπιά, την κωπηλασία. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + ἐρετμός «κουπί, κωπηλασία» (πρβλ. ἰσ ήρετμος). Το η τού τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως] …   Dictionary of Greek

  • κἀρετμῶν — ἐρετμῶν , ἐρετμόν oar neut gen pl ἐρετμῶν , ἐρετμός rowing masc gen pl ἐρετμῶν , ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἐρετμῶν , ἐρετμόω furnish with oars pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἐρετμῶν ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῖς — ἐρετμόν oar neut dat pl ἐρετμός rowing masc dat pl ἐρετμόω furnish with oars pres opt act 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 2nd sg ἐρετμόω furnish with oars pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρετμοῖσι — ἐρετμόν oar neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμός rowing masc dat pl (epic ionic aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἐρετμόω furnish with oars pres subj act 3rd sg (epic) ἐρετμόω furnish with oars… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.